Η γεωτέχνη ανήκει στην ευρύτερη τάση του μεταμινιμαλισμού, και αποτελεί ένα από τα πρώτα ρεύματα του μεταμοντερνισμού και της σύγχρονης γλυπτικής. Όπως και στην εννοιακή τέχνη έτσι και στην γεωτέχνη, στο επίκεντρο τοποθετείται η ιδέα πίσω από το έργο και όχι τόσο η υλική υπόσταση του έργου καθαυτή. Οι καλλιτέχνες της γεωτέχνης επηρεάστηκαν επίσης από την μινιμαλιστική γλυπτική κυρίως σε ότι αφορά τους μηχανισμούς θέασης ανάμεσα στο αντικείμενο και το υποκείμενο.
Η γεωτέχνη αφορά τη δημιουργία μεγάλων γλυπτών, τα οποία σύμφωνα με τo καταστατικό άρθρο της Rosalind E. Krauss [Ρόζαλιντ Κράους] Γλυπτική στο διευρυμένο πεδίο [Sculpture in the expanded field] μπορεί να είναι κατασκευές τόπων (τόπος και αρχιτεκτονική), σήμανση τόπων (τόπος και μη τόπος, ή επεμβάσεις σε υπάρχοντα αρχιτεκτονήματα αρχιτεκτονική και μη αρχιτεκτονική). Έτσι οι καλλιτέχνες της γεωτέχνης εμπλέκονται άμεσα με το φυσικό περιβάλλον/τοπίο, χρησιμοποιώντας είτε μηχανήματα είτε το ίδιο τους το σώμα για να σμιλεύσουν τη γη, ή να συλλέξουν υλικά όπως χώμα και πέτρες δημιουργώντας γλυπτά που αλληλεπιδρούν με το φυσικό περιβάλλον και μαρτυρούν τη δράση τους σε αυτό.
Τα χαρακτηριστικά αυτά γνωρίσματα των έργων της γεωτέχνης (μεγάλο μέγεθος των έργων και άμεση σύνδεσή τους με το φυσικό τοπίο και τα φυσικά υλικά του), καθιστούν αδύνατη την άμεση ένταξή τους στο θεσμικό πλαίσιο (μουσεία και γκαλερί), καθώς τα έργα αυτά ή σε ορισμένες περιπτώσεις τα απομεινάρια τους, βρίσκονται απομονωμένα σε δύσκολα προσβάσιμα ή μακρινά μέρη. Έτσι η άμεση θέασή τους συμπεριλαμβάνει και την ίδια την εμπειρία της απαιτούμενης περιπλάνησης του κοινού για να τα εντοπίσει. Εναλλακτικά, τα έργα προσεγγίζονται μέσω των φωτογραφιών τους, οι οποίες τεκμηριώνουν την ύπαρξή τους, όπως στην περίπτωση του έργου του Michael Heizer [Μίχαελ Χάιζερ], Double Negative [Διπλό αρνητικό], 1969-1970, και σήμερα πλέον εικονικά μέσω google maps.
Η γεωτέχνη πρωτοεμφανίστηκε στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του 1960 ως έκφραση του αυξανόμενου ενδιαφέροντος των καλλιτεχνών/καλλιτέχνιδων για την οικολογία και την ανησυχία τους για την καταστροφή του περιβάλλοντος, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα την αντίδρασή τους στην εμπορευματοποίηση της τέχνης. Καλλιτέχνες όπως οι Robert Smithson [Ρόμπερτ Σμίθσον], Nancy Holmes [Νάνσυ Χόλμς], Walter de Maria [Ουώλτερ Ντε Μαρία], Dennis Oppenheim [Ντέννις Όππενχαϊμ] και Richard Long [Ρίτσαρντ Λονγκ] δημιούργησαν ορισμένα από τα πιο εμβληματικά έργα της γεωτέχνης όπως το Spiral Jetty [Σπειροειδής αποβάθρα], το Walking a Line [Γραμμή Βαδίσματος] και το The Lightning Field [Πεδίο Κεραυνών]. Οι καλλιτέχνες αξιοποίησαν ένα ευρύτατο φάσμα τοπίων, από την έρημο Σαχάρα και τα ορεινά Ιμαλάϊα ή τις αχανείς πεδιάδες και λιβάδια της Αμερικής, μέχρι μικρότερης κλίμακας τοποθεσίες, όπως ένα χωράφι συχνά και μέσω της περιπατητικής συνθήκης.
Η γεωτέχνη συνδέθηκε από νωρίς με τις παραστατικές τέχνες μέσω της τέχνης της επιτέλεσης. Οι καλλιτέχνες/καλλιτέχνιδες της επιτέλεσης ορμώμενοι/ες από οικολογικές και κοινωνικές ανησυχίες χρησιμοποιούν το σώμα τους ως εργαλείο για να εξερευνήσουν τη σχέση ανθρώπου και φύσης. Ενδεικτικά παραδείγματα καλλιτεχνών που ασχολήθηκαν με τη σύνδεση της γεωτέχνης και της τέχνης της επιτέλεσης είναι ο Dennis Oppenheim [Ντέννις Όππενχαιμ] που τη δεκαετία του 1960 πραγματοποίησε παρεμβάσεις στο περιβάλλον και αργότερα επιδόθηκε σε εξερεύνηση της σχέσης του σώματος με το αστικό και το φυσικό τοπίο. Επίσης, η Ana Mendieta [Άνα Μεντιέτα] με μια σειρά έργων, τη Silhueta (1970), δημιούργησε ανθρώπινα γλυπτά σμιλεύοντας το σώμα της στη φύση, επιθυμώντας την ένωση με αυτή και καθιστώντας τη φύση προέκταση του σώματος της. Στην Κίνα τη δεκαετία του 1990, ο Zhang Huan [Τζανκ Χουά] δημιούργησε έργα που αποτελούσαν συναντήσεις μεταξύ του σώματος του και του περιβάλλοντος εκφράζοντας την επιθυμία να συγχωνευθεί και να γίνει ένα με τη φύση.
Σήμερα, έργα όπως το Shared Landscapes, που πρωτοπαρουσιάστηκε στη Λωζάννη το 2023, ακολουθούν την παράδοση της γεωτέχνης συνδέοντας την με τέχνες όπως η μουσική, ο χορός και το θέατρο. Το έργο αυτό καλεί το κοινό να βιώσει επτά παραγωγές Ευρωπαίων καλλιτεχνών που πραγματεύονται τη σχέση ανθρώπου, φύσης και τεχνολογίας και βρίσκονται σε διάλογο με το φυσικό τοπίο. Το Shared Landscapes μεταφέρθηκε μέσω διαφορετικών φεστιβάλ σε δασικές περιοχές σε ολόκληρη την Ευρώπη (Αβινιόν, Βερολίνο, Μιλάνο, Λισαβώνα).